Στην Εικοστής Όγδοης,
ένα σπίτι που γελάει και κοιμάται μαζί μας,
με τις κουρτίνες να ανεμίζουν στο ρεύμα του αέρα,
και το φως να μπλέκεται με τις σκιές της νύχτας.
Στα είκοσί μας, ερωτευτήκαμε χωρίς να το ξέρουμε,
στις γωνίες του Βόλου, στα παλιά πεζούλια,
στα χαμόγελα και τα λόγια που δεν είπαμε ποτέ,
στην αίσθηση ότι ο χρόνος μας ανήκει και δεν υπάρχει τέλος.
Οι φωτογραφίες φιλμ μου σε κρατούν για πάντα,
στα μικρά καρέ που σε τραβάω χωρίς να το καταλαβαίνεις,
όταν γελάς αδιάφορα, όταν τα μάτια σου γυαλίζουν
κι εγώ αφήνω σημειώσεις στο γραφείο για να μη σε ξεχάσω ποτέ.
Ο Βόλος είναι το σκηνικό μας, η σκιά μας,
ο δρόμος που παίρνουμε κάθε φορά, για να βρούμε τον εαυτό μας,
και η Αγριά, το απόγευμα με το αυτοκίνητο,
που στρίβεις λίγο πιο γρήγορα, και γελάς με το φως στα μάτια.
Σε κάθε στροφή, σε κάθε όνειρο,
ο χρόνος μοιάζει να σταματά,
και τα πράσινα μάτια σου, σαν θάλασσα ανοιχτή,
μου θυμίζουν πως ό,τι ζούμε, είναι για πάντα, για εμάς.
Στις μικρές μας στιγμές, κλείνω μέσα τις αναμνήσεις,
στα post-it σημειώματα που αφήνω στο γραφείο,
σαν υπόσχεση για αύριο, για το “εμείς” που ποτέ δεν τελειώνει,
στο σπίτι μας στην Εικοστής Όγδοης,
στην αγάπη που μεγαλώνει και κρατάει όλη την πόλη.
0 119 1 minute read

